Μία ξεχασμένη σελίδα στην ιστορία της ελληνικής προσφυγιάς

από την Νόννα Νταϊγκορόντοβα

«Οι πρόγονοί μας ήταν πρόσφυγες»

 

Κάπως έτσι υπενθυμίζεται σήμερα στην ελληνική κοινωνία η ιστορία της σε μία προσπάθεια να συνδεθεί με τους σύγχρονους πρόσφυγες από την Μέση Ανατολή. Στην κοινωνική συνείδηση όμως ο Έλληνας – πρόσφυγας είναι εκείνος που αναγκάστηκε να έρθει από την Μικρά Ασία φτάνοντας με βάρκες στην Λέσβο, όπως και οι πρόσφυγες του 21ου αιώνα.

Στην ιστορία της ελληνικής προσφυγιάς όμως υπάρχει και άλλη μια σελίδα: Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μετά την εθνική αντίσταση, η Ελλάδα καιγόταν και οι Έλληνες σκοτώνονταν μεταξύ τους. Άνθρωποι εμφορούμενοι από τα ιδεώδη του κομμουνισμού που οι ηγεμόνες της Ευρώπης δεν ήθελαν. Προκειμένου αυτοί οι άνθρωποι να σώσουν τις ζωές τους χωρίς να παραιτηθούν ταυτόχρονα από τους εαυτούς τους έπρεπε να φύγουν από την χώρα. Δεν ήξερε κανείς εάν θα ξανάβλεπε ποτέ την φωτεινή πατρίδα, έφυγαν όμως περήφανοι.

Μαζί με τον Θοδωρή Ιωσηφίδη, απόγονο Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, προσπαθήσαμε να θυμηθούμε τα γεγονότα εκείνης της εποχής. Μου είπε την ιστορία της οικογένειάς του, για τα χρόνια που ζούσαν στο ΕΣΣΔ, για το πώς επέστρεψαν στην Ελλάδα και το πώς αντιμετώπισαν την κοινή γνώμη που τους έδιωχνε από τη χώρα με βόμβες και φωτιές.

Κάποια στιγμή βγήκε ο Μεταξάς, μετά ήρθε ο πόλεμος με τους Ιταλούς τους οποίους έδιωξαν γρήγορα στην Αλβανία και μετά οι Γερμανοί. Κανείς δεν μπόρεσε να τους σταματήσει. Και ο Βασιλιάς με τον στρατό του έτρεχε από την Ελλάδα στην Αίγυπτο. Οι Γερμανοί μπήκαν στη χώρα σε 2-3 εβδομάδες. Εκείνοι που πήγαν να δουλέψουν με τους Γερμανούς ήταν οι φασιστές και οι άλλοι, αντίθετα, οι αντιφασιστές. Το 1941-42, οι άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν σιγά-σιγά στα βουνά. Ήταν οι αντάρτες που πολεμούσαν εναντίον των Γερμανών. Μεταξύ των ανταρτών υπήρχαν κομμουνιστές, κάποιοι δεξιοί και οι αριστεροί που σήμερα θα λέγαμε «Ultras» (εξτρεμιστές/ριζοσπάστες). Όλοι αυτοί στην εποχή της κατοχής κρύβονταν στα βουνά για να πολεμήσουν το Ράιχ. Στο τέλος του πολέμου όταν ήρθαν οι Άγγλοι είπαν: Αφήστε τα όπλα, να κάνουμε εκλογές. Ο Άρης Βελουχιώτης, ένας ηγέτης των κομμουνιστών, υποστήριζε να μην γίνουν οι εκλογές γιατί δεν θα τηρούσαν όσα έλεγαν. Οι κομμουνιστές όμως συμφώνησαν, παρέδωσαν τα όπλα και όντως τους πρόδωσαν και ξεκίνησαν να τους στέλνουν στις φυλακές. Ήταν το έτος 1944. Όσοι είχαν ακόμη τα όπλα προσπάθησαν να «σώσουν» τη κατάσταση με πυροβολισμούς. Και σήμερα υπάρχουν στην Αθήνα μερικά κτίρια με σημάδια από σφαίρες που τότε άφησαν οι εξοργισμένοι κομμουνιστές.

Πότε ξεκίνησε το κομμουνιστικό κύμα στην Ελλάδα;

To 1918 ιδρύθηκε το Ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Τότε ήταν ευρωπαϊκή underground μόδα και βέβαια αυτές οι ιδέες έφτασαν και στην Ελλάδα. Μετά το 1919 άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα οι Πόντιοι από την τσαρική Ρωσία – οι μισοί από αυτούς ήταν υπέρ του Τσάρου και οι άλλοι μισοί κομμουνιστές που ήθελαν να γλυτώσουν από το εμφύλιο που γινόταν εκεί. Μέχρι το 1930 το κίνημα έχει προχωρήσει πολύ οπότε ο Μεταξάς άρχισε να φυλακίζει τους κομμουνιστές. Το 1940 ο πατέρας μου, Φώτιος Ιωσηφίδης, ήταν στην εξορία στη Μυτιλήνη αλλά όλοι οι κομμουνιστές που ήταν εκεί έγραψαν ένα γράμμα στον Μεταξά διαβεβαιώνοντάς τον πως είναι πατριώτες. Έτσι αυτός τους έστειλε στο ιταλικό μέτωπο. Μετά τον πόλεμο οι Άγγλοι δεν έκαναν τις εκλογές αλλά έφεραν πίσω τον Βασιλιά. Κι εκεί άρχισαν οι πυροβολισμοί. «Δεκεμβριανά» λεγόταν εκείνη η εποχή. Όταν οι άνθρωποι στην επαρχία έμαθαν τι γίνεται, πήραν πάλι τα όπλα και έφυγαν στα βουνά. Όπως τα αδέρφια του πατέρα μου για παράδειγμα. Από την οικογένεια της μητέρας μου, Κλεονίκης, έφυγαν ο πατέρας της και ο μεγαλύτερος αδερφός της. Όπως και στον πόλεμο με τους Γερμανούς η μητέρα μου κρυβόταν στα βουνά. Έτσι διέφυγε προς τα εκεί και στην εποχή του εμφύλιου γιατί σε άλλη περίπτωση θα την σκότωναν οι συχωριανοί. Αυτοί που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς στη συνέχεια έγιναν συνέταιροι με τους Άγγλους. Μέχρι 1947 οι αριστεροί πολεμούσαν με τους Άγγλους αλλά δεν μπόρεσαν να τους νικήσουν. Τότε, το 1947 ήρθαν οι Αμερικάνοι. Αυτοί άρχισαν συστηματικά να καίνε τους κομμουνιστές με το ναπάλμ. Οι περισσότεροι από αυτόν τον πληθυσμό ήταν οι άνθρωποι από την βόρεια Αθήνα και σιγά-σιγά τους οδηγούσαν με τις φλόγες ακόμα πιο βόρεια. Έκαιγαν δάση και βομβάρδιζαν τους αριστερούς Έλληνες αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν. Ο πανικός των ανθρώπων ήταν μεγάλος γιατί πέρα από ναπάλμ και βομβαρδισμούς τους ακολουθούσε και ο ελληνικός στρατός.

Μεταξύ τους ήταν και οι γονείς σου;

Η μητέρα μου. Όταν βρέθηκαν περισσότεροι κομμουνιστές στην περιοχή του Ολύμπου η μητέρα μου πληγώθηκε στο πόδι και την βοήθησε ένας γείτονας που είχε ήδη πληγή στο χέρι του. Την έβαλε στο γαϊδουράκι και έτσι σιγά-σιγά έφτασαν στα σύνορα της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ήταν το 1949, η μητέρα μου ήταν 24 ετών. Ο Τίτο δέχτηκε τις γυναίκες, τα παιδιά και τους πολύ σοβαρά τραυματισμένους και τους έδωσε άσυλο. Τους υπόλοιπους τους έστειλε αλλού να βρούνε την τύχη τους. Και έτσι συνέχισαν τον δρόμο τους προς τη Πρέσπα. Εκεί της έσωσαν το πόδι αφού είχε ξεκινήσει η γάγγραινα. Στη συνέχεια βρέθηκε η μητέρα μου σε ένα κέντρο κράτησης για τους πρόσφυγες στην Αλβανία.

Πώς πέρασαν την λίμνη εκεί;

Πέρασαν με τις βάρκες που έστειλε ο Τίτο. Βοήθησε πολύ αυτός, όπως και οι Αλβανοί και ο Στάλιν. Στην Αλβανία η μητέρα μου δεν βρήκε κανέναν γνωστό στο «hotspot» – ούτε φίλες, ούτε συγγενείς. Αυτό το γκρουπ προσφύγων ετοιμαζόταν να σταλεί στην Πολωνία αλλά η μητέρα μου – τρελή – έφυγε για το άλλο κέντρο κράτησης, 60 χιλιόμετρα με τα πόδια γιατί άκουσε ότι εκεί υπάρχουν κάποιοι δικοί της. Αυτή η «ομάδα» προσφύγων που βρήκε εκεί, ήταν χωρίς τραύματα, χωρίς πληγές και ετοιμαζόταν να φύγει για την Σοβιετική Ένωση. Ο πατέρας της μάνας μου έφυγε για Πολωνία τελικά, ο αδερφός της που έμεινε χωρίς μάτι έφυγε για Τσεχοσλοβακία. Δεν μπόρεσε κανένας βέβαια να διαλέξει τη χώρα όπου ήθελε να πάει.  Μοίρασαν τους πρόσφυγες μεταξύ διάφορων σοσιαλιστικών χωρών και ήξερες ότι παντού ήταν δύσκολα τα πράγματα, παντού ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος άφησε πίσω του καταστροφή. Οι πιο υγιείς έφυγαν στην ΕΣΣΔ, στην Τασκένδη – πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν. Ο Στάλιν τους κουβάλησε μέσα στα αμπάρια των σοβιετικών εμπορικών πλοίων. Από Αλβανία στο Κάιρο (εκτός Τουρκίας γιατί αυτή ήταν με τη Δύση), μετά στο Μπατούμι της Γεωργίας, στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν. Από εκεί με το τρένο – Τουρκμενιστάν και Ουζμπεκιστάν. Δώδεκα χιλιάδες Έλληνες κομμουνιστές έφτασαν στην Τασκένδη και έχτισαν όλη τη χώρα. Οι Έλληνες είχανε πολλές γνώσεις στον τομέα της οικοδομής.

Πριν μου πεις πώς τακτοποιήθηκαν στην ΕΣΣΔ, πες μου λίγο γιατί ακριβώς φύγανε οι δικοί σου από τη πατρίδα;

Κατά τη διάρκεια της κατοχής, οι Γερμανοί συμπεριφέρονταν στους ντόπιους αρκετά καλά, δεν ανακατεύονταν στις εσωτερικές δουλειές τους- τα άσχημα τα έκαναν οι ίδιοι οι Έλληνες, οι δεξιοί. Αυτοί σκότωναν τους Έλληνες κομμουνιστές. Η μητέρα μου έφυγε από την Ελλάδα το 1949 και το 1952 στο χωριό της ένας μπάσταρδος προσπαθούσε να πυροβολήσει την ξαδέρφη της. Καμάρωνε μετά στο καφενείο πως πυροβόλησε «αυτή τη σκύλα». Η γιαγιά μου, επειδή η οικογένειά της – ο άντρας, ο γιος, η κόρη – ήταν κομουνιστές παρέμεινε στη φυλακή μέχρι το 1956. Όλες οικογένειες των κομμουνιστών ήταν είτε στις φυλακές, είτε στην εξορία.

Πες μας λίγο για την ιστορία των γονιών σου, από πού προέρχονται;

Η μητέρα μου είχε καταγωγή από την Κατερίνη. Το 1912 οι Πόντιοι ίδρυσαν αυτή τη περιοχή. Δεν είχε απελευθερωθεί τότε ακόμη ολόκληρη η Ελλάδα από τους Τούρκους. Το 1914 μετά από έναν από τους Βαλκανικούς πολέμους άρχισαν να έρχονται οι Μικρασιάτες και οι Πόντιοι από τη τσαρική Ρωσία. Οι προγονοί μου είναι πολιτικοί πρόσφυγες, έφυγαν από τη Τουρκία για να πάνε στη Ρωσία (κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ των δυο χωρών), μετά την επανάσταση ήρθαν από τη Ρωσία στην Ελλάδα και μετά τον εμφύλιο επέστρεψαν από την Ελλάδα πίσω στην ΕΣΣΔ.  Γυρίσαμε εδώ πάλι την δεκαετία του ‘70. Τέσσερις γενιές είμαστε πρόσφυγες.

Η μητέρα μου γεννήθηκε στην Ελλάδα το 1924, οι γονείς της ήρθαν από το Σουχούμι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας- εκεί είχαν βρεθεί λόγω ανταλλαγής πληθυσμών. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Σότσι της Ρωσίας και ήρθε στην Ελλάδα το 1933, οι δικοί του γονείς βρέθηκαν στο Σότσι πολύ νωρίτερα, το 1870 περίπου, ύστερα από τους πρώτους Βαλκανικούς πολέμους. Η οικογένεια του πατέρα μου ήρθε στην Ελλάδα το 1933, την εποχή που είχαν αρχίσει οι σταλινικές εκκαθαρίσεις των πιο σκληρών Ποντίων, δεν είχαν ξεκινήσει όμως ακόμη οι καταστολές. Ένας μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα ήταν μάλλον αναρχικός ή ληστής – δεν μιλούσαν ποτέ για αυτόν στην οικογένεια – και εξαιτίας του εκδιώχθηκαν όλοι και ήρθαν στην Ελλάδα. Όμως ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής, αληθινός θιασώτης της ιδεολογίας . Δεκαέξι χρόνια έζησε στην Ελλάδα και τα εννέα από αυτά πολεμούσε. Το 1940 πολεμούσε τους Ιταλούς, μετά τους Γερμανούς και μετά στον Εμφύλιο.

Πόσο καιρό χρειάστηκαν οι πρόσφυγες για να φύγουν από την Ελλάδα;

Έκαναν 6 μήνες για να φτάσουν από την Ελλάδα στα σύνορα της χώρας. Από περίπου 100 χιλιάδες άτομα που ξεκίνησαν τη διαδρομή, όλοι κομμουνιστές, έφτασαν οι 20 χιλιάδες. Πολλοί πέθαναν αλλά οι περισσότεροι επέλεξαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, παραιτήθηκαν από τα ιδανικά τους ώστε να γυρίσουν, καθώς αυτή ήταν η συνθήκη που τους επέβαλε η κυβέρνηση. Και πάλι δεν ήταν ασφαλείς– εάν σε υποψιάζονταν για συμπαθούντα στο κομμουνισμό σε έβαζαν στην φυλακή.

Όταν έφτασαν στην Σοβιετική Ένωση οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες πώς οργάνωσαν την ζωή τους εκεί;

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, στην Τασκένδη μετέφεραν πολλά εργοστάσια, βρέθηκαν εκεί πολύ καθηγητές, εκπαιδευτικοί. Το Ουζμπεκιστάν είχε ανάγκη από εργατική δύναμη και γενικά η χώρα χρειαζόταν τους εργάτες, μιας και οι περισσότεροι άνδρες πέθαναν στο πόλεμο και η ζωή κάπως έπρεπε να συνεχιστεί. Τους Έλληνες τους έστειλε ο Στάλιν στην Τασκένδη – το κλίμα εκεί ομοιάζει στο ελληνικό. Ήξερε επίσης από την ιστορία ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είχε φτάσει εκεί πριν 2.500 χρόνια. Στην Τασκένδη τους προώθησε στους 12 «δήμους», οι Έλληνες έχτισαν τις πρώτες διώροφες πολυκατοικίες μόνοι τους, τα πάντα έκαναν. Ο πατέρας μου ήταν ρωσόφωνος, ήταν ηγέτης του κομμουνιστικού πυρήνα, οπότε έγινε «εργολάβος» να πούμε, «μεσίτης», μεσολαβώντας ανάμεσα στην εκεί εξουσία και την ταξιαρχία των Ελλήνων. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν τα ρωσικά, μόνο οι Πόντιοι που ήρθανε στην Ελλάδα στην αρχή του αιώνα τα μιλούσαν. Μεταξύ τους μιλούσαν ελληνικά. Μόλις ήρθαν, δούλευαν σε εργοστάσια, αργότερα σιγά-σιγά τους προσέλαβαν σε διάφορους τομείς ανάλογα με τις γνώσεις και ικανότητες που είχαν. Όλοι ήταν φτωχοί τότε, δούλευαν πολύ. Ο πατέρας μου αγόρασε δικό του σπίτι το 1961 και για μερικά χρόνια ακόμα το φτιάχναμε.

Σε 11-12 χρόνια κατάφερε να αγοράσει το σπίτι;

Σε αυτούς που ήταν στο κομμουνιστικό κόμμα έδιναν από κάποια στιγμή και μετά διαμερίσματα. Ο πατέρας μου βγήκε από το κόμμα το 1956 μετά το 20ο Συνέδριο του Κόμματος όταν ο Χρουστσόφ άρχισε να κατηγορεί τον Στάλιν. Μερικοί από τους Έλληνες κομουνιστές υποστήριξαν την καινούργια γραμμή, όμως οι πιο σκληροί κομουνιστές, οι σταλινιστές, μαζί με τον ηγέτη τους Νίκο Ζαχαριάδη το θεώρησαν προδοσία και έφυγαν από το κόμμα. Αυτοί έγιναν μαοϊστές γιατί ο Μάο, ηγέτης του κομμουνιστικού κόμματος της Κίνας, δεν συμφώνησε με τον Χρουστσόφ και είπε ότι θα συνέχιζε την γραμμή του Στάλιν. Δύο Έλληνες τότε από τους πολιτικούς πρόσφυγες στην Τασκένδη κατάφεραν να φύγουν στην Κίνα, εκεί ο Μάο αμέσως τους έβαλε στη φυλακή. Ένας γύρισε αργότερα στην Ελλάδα το 1981.

Τι χαρτιά είχαν οι Έλληνες κομουνιστές στην ΕΣΣΔ;

Αφού οι Ελλάδα τους στέρησε την ιθαγένεια εδώ, στην ΕΣΣΔ είχαν ένα ειδικό μπλε διαβατήριο ως πολιτικοί πρόσφυγες και εμείς, τα παιδιά τους, είχαμε πράσινα διαβατήρια ως πρόσωπα χωρίς ιθαγένεια. Υπήρχε και μια λεπτομέρεια – ότι σε περίπτωση απομάκρυνσης από τη Τασκένδη για απόσταση μεγαλύτερη από 40 χιλιόμετρα έπρεπε να ενημερώνουμε τις αρχές. Αλλά στην ουσία δεν λειτουργούσε αυτός ο κανόνας, δεν υπήρχε έλεγχος.

Αυτή η ελληνική κοινωνία στην Τασκένδη ήταν ενωμένη;

Και ναι, και όχι. Σε κάθε «δήμο» της Τασκένδης όπου ζούσαν οι Έλληνες υπήρχαν λέσχες που μαζευόμασταν, γιορτάζαμε τις γιορτές μας – την 25η Μάρτιου για παράδειγμα. Μεταξύ μας τα μέλη από τις λέσχες παίζαμε ποδόσφαιρο, κάναμε διαγωνισμούς, υπήρχαν μουσικές μπάντες. Υπήρχε και κεντρική λέσχη Ελλήνων κομμουνιστών όπου μαζευόμασταν όλοι μαζί για συναυλίες, εκδηλώσεις και ντισκοτέκ. Βασικά ήμασταν όλοι πάντα μαζί αλλά σιγά-σιγά με τα χρόνια η διαφωνία εντός των κύκλων απομάκρυνε πρώην συνάδελφους και συμπατριώτες. Οι περισσότεροι ξαναμπήκαν στο κόμμα γιατί ήταν αναγκαίο άμα ήθελες να ανελιχτείς στην κοινωνία, να λάβεις κρατικό διαμέρισμα και να αποκτήσεις άλλα δικαιώματα. Περίπου το 10%  από όσους άνηκαν στους σταλινιστές δεν ξαναμπήκαν ποτέ όμως στο σοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα, μεταξύ τους και ο δικός μου πατέρας. Μέχρι το τέλος ζωής του ο πατέρας μου ήταν ακομμάτιστος άλλα το κόμμα τον ήθελε πάρα πολύ. Γιατί ήταν έντιμος άνθρωπος, εργατικός, γνώριζε πάρα πολύ καλά τα ρωσικά και όλοι οι γραφειοκράτες τον αγαπούσαν. Όταν πέθανε ο πατέρας το 1970, ήρθε πολύς κόσμος να τον αποχαιρετίσει. Τον σέβονταν πολύ. Οι άλλοι, οι καριερίστες, μισούσαν την ακεραιότητα του. Κυριολεκτικά. Δεν τον έστειλαν στην εξορία όταν βγήκε από το κόμμα μόνο και μόνο επειδή έσπασε το πόδι την επόμενη μέρα, στην δουλειά στην οικοδομή. Ατύχημα. Αλλά τον ευνόησε γιατί άλλους αγανακτισμένους Έλληνες ηγέτες τους στείλανε στη Σιβηρία. Στον πατέρα έρχονταν συνέχεια άνθρωποι γιατί πρώτον γνώριζε πολλούς από τους Έλληνες πρόσφυγες και τους βοηθούσε όλους σε γραφειοκρατικές και οργανωτικές δουλειές. Υπήρχαν μεταξύ αυτών και οι «πράκτορες» που ψιθύριζαν στις αρχές ότι στο σπίτι μας είχαμε «γιάφκα». Αλλά τελικά η αστυνομία μας άφησε ήσυχους. Θέλω να πω ότι είναι λίγοι μεταξύ όλων των ανθρώπων του κόσμου αυτοί που πιστεύουν στις ιδέες τους μέχρι το τέλος. Είναι κατανοητό, ανθρώπινο, άλλα λίγοι από εμάς είναι «καθαροί».

Τι γλώσσα μιλάγατε στο σπίτι;

Μεταξύ μας, οι σύμμαχοι-συμπατριώτες ποντιακά και ελληνικά. Εμείς είχαμε σπίτι με αυλή όπου μαζεύονταν οι Έλληνες να συζητήσουν τις ειδήσεις που έρχονταν από την πατρίδα.

Περιμένατε να αλλάξει το κλίμα εδώ;

Πάντα περιμέναμε ειδήσεις από την Ελλάδα. Όταν έμαθαν ότι έπεσε η Χούντα το 1974 σχεδόν όλοι ήθελαν να φύγουν αμέσως και να επιστρέψουν στην Ελλάδα,  δεν σκέφτονταν τίποτα άλλο. Όταν ξανά νομιμοποιήσαν το κομμουνιστικό κόμμα στην Ελλάδα, όλοι οι δικοί μας ήταν πολύ ενθουσιασμένοι. Ξεκίνησαν να ετοιμάζονται για τον γυρισμό στην πατρίδα. Μερικοί, όπως ο πατέρας μου που πέθανε στην Τασκένδη, δεν ξαναείδαν ποτέ την Ελλάδα. Κάποιοι άλλοι, πολύ λίγοι, δεν έφυγαν μαζί με όλους τους άλλους για προσωπικούς λόγους, άλλα έχουν στενή σχέση με την χώρα.

Πώς ήταν η διαδικασία του επαναπατρισμού;

Εμείς στην οικογένεια μου περιμέναμε να τελειώσει ο αδερφός μου το Πανεπιστήμιο. Εγώ το Πανεπιστήμιο το παράτησα, ήμουν πιο μικρός και έπρεπε να περιμένουμε άλλα 5 χρόνια, δεν μπορούσα να περιμένω. Ποιο πανεπιστήμιο;! Εμείς γυρίσαμε το 1977. Όλη η διαδικασία οργανωνόταν από τον Ερυθρό Σταυρό, τον παγκόσμιο οργανισμό τον όποιο δέχτηκε η ΕΣΣΔ. Κάθε μέλος κάθε οικογένειας έπαιρνε 250 δολάρια, όλα τα χαρτιά μας τα κάναμε μέσω αυτής της οργάνωσης. Από τη στιγμή της κατάθεσης της υπεύθυνης δήλωσης για επαναπατρισμό, σε 3-6 μήνες φεύγανε. Δεν συναντήσαμε καθόλου εμπόδια. Μόνο που το Τελωνείο δεν ήταν έτοιμο για τέτοια μεγάλη μετακίνηση ανθρώπων και πραγμάτων. Εμείς πήραμε ένα δοχείο για να μεταφέρουμε όλα αυτά που είχαμε. Η μητέρα πούλησε το σπίτι και άλλα πράγματα και αγοράσαμε διαφορετικά σουβενίρ – ένα πιάνο, σαμοβάρι, ματριόσκα… βλακείες. Γυρίσαμε 30 χρόνια αργότερα, (από 1949 μέχρι μετά από το 1975) τριπλάσιοι σε αριθμό.

Στην Ελλάδα είχατε κάποια περιουσία;

Στην Ελλάδα επιβίωνε ο καθένας όπως μπορούσε. Μερικοί είχαν συγγενείς και περιουσία, μερικοί όπως η οικογένεια του πατέρα μου που είχαν εργοστάσιο με τούβλα πούλησαν τα πάντα, για αυτό εμείς δεν βρήκαμε τίποτα εδώ, δεν μας άφησαν τίποτα από το μερίδιο του πατέρα. Ήταν μια από τις πλουσιότερες οικογένειες του χωριού και κάπως αλλιώς βρήκαμε τα πράγματα. Βασικά ήταν προσωπικό θέμα του καθενός – όπου ήταν καλές οι οικογενειακές σχέσεις κάτι πήραν οι άνθρωποι, όλους τους άλλους τους κλέψανε με την δικαιολογία ότι είναι αριστεροί. Στην αρχή όταν γύρισαν οι Έλληνες κομμουνιστές στα χωριά τους υπήρχε αυτή η ένταση στην ατμόσφαιρα: οι δεξιοί μισούσαν τους αριστερούς και αντίθετα.

Σας βοηθούσε καθόλου το ελληνικό κράτος;

Το κράτος δεν βοηθούσε σε τίποτα βέβαια. Στην Ελλάδα ο καθένας βρήκε το δικό του δρόμο. Το ΚΚΕ με τους συνηθισμένους κομματικούς τρόπους βοηθούσε – κάποιοι έβρισκαν δουλειές με την βοήθεια τους κόμματος. Τότε υπήρχε δουλειά στην Ελλάδα, δεν υπήρχε πρόβλημα. Όταν γυρίσαμε μερικοί μας φοβούνταν και σαν κομμουνιστές και σαν ανθρώπους από την ΕΣΣΔ. Όντως ήμαστε διαφορετικοί από αυτούς, εμείς ήμαστε συνηθισμένοι να απαντάμε σε προσβολές με φυσική δύναμη. Εάν μου λέει ο άλλος «είσαι μπάσταρδος – κομμουνιστής», τον χτυπάω στη μύτη. Έτσι ήταν στην αρχή. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν ήταν καθόλου αρνητικοί με εμάς. Όλους μας αποκαλούσαν τότε «Ρώσους» και εγώ στην παρέα στα Εξάρχεια ήμουν ο Θοδωρής ο Ρώσος. Στα αλήθεια και οι πρόγονοί μας που ήρθαν το 1919 και αυτοί ήταν «Ρώσοι».

Ξέρατε Ελληνικά όταν ήρθατε?

Κουτσά στραβά όλοι ξέραμε Ελληνικά. Στην Τασκένδη στο σχολείο μας δίδασκαν. Όταν αλλά παιδιά είχαν Αγγλικά ή Ουζμπεκικά, οι Έλληνες μάθαιναν Ελληνικά, την ιστορία της Ελλάδος, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία. Στην ΕΣΣΔ ήμασταν προνομιούχα τάξη, ήμασταν αδέρφια – κομμουνιστές που βοήθησαν πολεμώντας εναντίον του μεγάλου εχθρού. Στα αλήθεια κανείς στην Ευρώπη εκτός των Ελλήνων, των Σέρβων και λίγο των Ιταλών δεν αντιστάθηκε στον Χίτλερ.

Δεν σου φαίνεται άδικο ότι σήμερα θυμούνται τα θύματα προσφυγιάς από Μικρά Ασία και δεν λέει κανείς τίποτα για τους πρόσφυγες από Ελλάδα που σκοτώθηκαν γιατί είχαν διαφορετική άποψη για την πολιτική της χώρας;

Δεν θυμούνται τίποτα πια. Ναι, τους Μικρασιάτες – λίγο περισσότερο. Ένας πολύ μικρός κύκλος κουλτουριάρηδων μπορεί να ξέρει κάποια πράγματα για αυτή την ιστορία της Ελλάδος, είναι λίγοι αυτοί. Λίγοι γνωρίζουν κάποια πράγματα για τον εμφύλιο και για τους πολιτικούς πρόσφυγες – σχεδόν κανείς. Πράγματι, τα 100 χρόνια της ελληνικής επανάστασης όλοι ήταν πρόσφυγες στην Ελλάδα. Έφευγαν από εκεί που υπήρχε πόλεμος για να βρουν την ησυχία τους. Ο Έλληνας πρόσφυγας ήταν φυσικό φαινόμενο για πολλές δεκαετίες. Για αυτό δεν ήμασταν κάτι ιδιαίτερο, εμείς όμως «κλείσαμε» αυτή την προσφυγική «συνήθεια» στην Ελλάδα. Σήμερα οι κομμουνιστές έχουν δικό τους κόμμα, υπάρχουν βουλευτές από το ΚΚΕ στην Βουλή. Δηλαδή η μάχη δεν πήγε χαμένη. Δεν ζήταγαν οι κομμουνιστές να τους λυπούνται. Αφού ήρθαμε, ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε συμφωνία με την ΕΣΣΔ για να δοθεί αποζημίωση στους Έλληνες κομμουνιστές αφού δούλευαν τόσα χρόνια στην Σοβιετική Ένωση και έκαναν τόσα πράγματα εκεί. Η ΕΣΣΔ έδωσε ένα πολύ ικανοποιητικό ποσό για εμάς και το ελληνικό κράτος μας πλήρωνε συντάξεις και ας πούμε επιδόματα από αυτά τα λεφτά. Δηλαδή δεν ήρθαμε γδυμένοι και πεινασμένοι, ήμασταν περήφανοι. Στην αρχή βέβαια νιώθαμε έντονα το μίσος από τη πλευρά των δεξιών, δεν μας άντεχαν. Μόλις ήρθαμε μας φώναξαν στο αστυνομικό τμήμα «εσείς σίγουρα δεν θέλετε να πάτε στο στρατό, ε;» Εννοείται δεν θέλαμε! Κομμουνιστές από τη Σοβιετική Ένωση στον ελληνικό στρατό;! Μας ήθελαν μακριά τους. Και εμείς πώς να πάμε σε αυτόν τον στρατό; Ο λοχαγός σου θα είναι αυτός που πυροβόλησε τους γονείς σου; Οπότε ήμασταν εντάξει μακριά. Από την εποχή του ΠΑΣΟΚ, από το 1980 δηλαδή, άρχισαν να μαλακώνουν τα πράγματα, ξεχάσαμε σιγά-σιγά όλη αυτή την ιστορία, το 2000 την ξεχάσαμε εντελώς. Σχεδόν όλοι προσαρμοστήκαμε στην κοινωνία μια χαρά.

Και η μητέρα σου ξέχασε;

Αυτή θυμάται βέβαια. Ζει ακόμα. Λίγοι από αυτούς είναι ζωντανοί, 100, 200 άτομα. Αυτοί δεν θα ξεχάσουν. Αλλά δεν υπάρχει μίσος πια. Βρίζουν όπως και όλοι οι άλλοι την κάθε σημερινή εξουσία.

Τι γλώσσα μιλάει με εσένα η μητέρα; Ελληνικά;

Ελληνικά, ναι. Δεν έμαθε καλά τα ρωσικά αλλά και αυτά που ήξερε τα ξέχασε πια.

Πόσο γρήγορα σας έδωσαν τα χαρτιά πίσω;

Σε 4 μήνες η μητέρα πήρε την ιθαγένεια, 3 μήνες αργότερα πήραμε τις ταυτότητες και εμείς, τα παιδιά της. Μας δώσανε από περίπου 5 χιλιάδες δραχμές στον καθένα. Το μεροκάματο στην οικοδομή ήταν τότε 500 δραχμές. Μαζεύαμε λεφτά και σε ένα χρόνο αγοράσαμε το πρώτο διαμέρισμα μας στον Ταύρο. Από τις 2.500 δραχμές που έβγαζα την εβδομάδα κρατούσα λίγες για το σαββατοκύριακο για να βγω με φίλους και αγόραζα ένα βινύλιο την εβδομάδα – 500 δραχμές κόστιζε.

Πως σου φάνηκε η Δύση;

Τους δύο πρώτους μήνες ήμασταν σαν χαζοί, περιπλανιόμασταν στην πόλη για να χαζέψουμε τις εικόνες της καθημερινότητας. Δεν υπήρχαν γκράφιτι τότε, όλα ήταν πολύ φωτεινά, όμορφα, οι βιτρίνες ήταν απίστευτες, κάθε στιγμή απολαμβάναμε τον κόσμο γύρω μας. Σαν ηλίθιοι ήμασταν! Πηγαίναμε σε ερωτικούς κινηματογράφους, στους οίκους ανοχής – για περιέργεια πιο πολύ. Όλο αυτό ήταν καινούργιο, ενδιαφέρον. Αλλά μετά από 2-3 μήνες καταλάβαμε ότι δεν έφτανε να χαζεύουμε τις βιτρίνες, χρειαζόμασταν λεφτά για να μπορέσουμε να αγοράσουμε όλα αυτά τα πράγματα σε αυτόν τον καπιταλιστικό παράδεισο. Πέσαμε στην παγίδα για κάποιο καιρό λοιπόν. Ήρθαμε από το σιδηρούν παραπέτασμα και θέλαμε να δοκιμάσουμε τα πάντα. Έγραψα στους φίλους μου στην ΕΣΣΔ:

Εδώ τα μανταρίνια φυτρώνουν στα δέντρα, στους δρόμους και δεν τα τρώει κανείς! Να πόσο ευγενικοί άνθρωποι είναι οι ντόπιοι Έλληνες!

Και όταν τόλμησα να φάω ένα από αυτά τα μανταρίνια η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Πολύ γέλιο!

Έχεις νιώσει ποτέ απογοήτευση που γεννήθηκες αλλού ως παιδί προσφύγων και όχι στην Ελλάδα;

Όλος ο πλανήτης είμαστε μετανάστες και πρόσφυγες, για αυτό υπάρχει πρόοδος και ανάπτυξη στην Γη. Βέβαια κανείς δεν θέλει να γίνει αυτός ο πρόσφυγας αλλά γενικά είναι καλό για την ανθρωπότητα.

Συντάκτρια: Νόννα Νταϊγκορόντοβα  |  Επεξεργασία: Αριάδνη Πολυχρονίου

photo credits: Νόννα Νταϊγκορόντοβα & Προσωπικό Αρχείο του Θ. Ιωσηφίδη

Previous

Συνέδριο από την Αφγανική Κοινότητα στην Ελλάδα

Next

Το αδιέξοδο των Αφγανών προσφύγων

Pin It on Pinterest

Share This

Share this post with your friends!

Follow the Elephant!